Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

travel (en)

  • ταξιδεύω
    • Do you travel often?
      Ταξιδεύεις/ταξιδεύετε συχνά;

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία