Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιήγηση οι περιηγήσεις
      γενική της περιήγησης
& περιηγήσεως
των περιηγήσεων
    αιτιατική την περιήγηση τις περιηγήσεις
     κλητική περιήγηση περιηγήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιήγηση < ελληνιστική κοινή περιήγησις < αρχαία ελληνική περιηγέομαι < ἡγέομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιήγηση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του περιηγούμαι
  2. (διαδίκτυο) browsing: η ανάγνωση ιστοσελίδων με την χρήση υπολογιστή και κάποιου προγράμματος φυλλομέτρησης (web browser)
     συνώνυμα: σερφάρισμα
    δείτε τη λέξη περιηγητής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία