Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο περιηγητής οι περιηγητές
      γενική του περιηγητή των περιηγητών
    αιτιατική τον περιηγητή τους περιηγητές
     κλητική περιηγητή περιηγητές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιηγητής < ελληνιστική κοινή περιηγητής < αρχαία ελληνική περιηγέομαι/περιηγοῦμαι < ἡγέομαι/ἡγοῦμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιηγητής αρσενικό (θηλυκό: περιηγήτρια)

  1. αυτός που περιηγείται
  2. (πληροφορική) browser, web browser: το πρόγραμμα περιήγησης
     συνώνυμα: φυλλομετρητής, διαφυλλιστής, πλοηγός[1]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «φυλλομετρητής», «διαφυλλιστής» από αναζήτηση «browser» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.