Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τουρισμός οι τουρισμοί
      γενική του τουρισμού των τουρισμών
    αιτιατική τον τουρισμό τους τουρισμούς
     κλητική τουρισμέ τουρισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τουρισμός < αγγλική tourism < γαλλική tour < λατινική tornare < αρχαία ελληνική τόρνος (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τουρισμός αρσενικό

  1. το ταξίδι στο εσωτερικό ή το εξωτερικό που έχει σκοπό την περιήγηση στα αξιοθέατα και την αναψυχή
  2. ο κλάδος της οικονομίας μιας χώρας που σχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών σε επισκέπτες / ταξιδιώτες από το εξωτερικό ή το εσωτερικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία