Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλάδος κλάδοι
γενική κλάδου κλάδων
αιτιατική κλάδο κλάδους
κλητική κλάδε κλάδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλάδος < (λόγιο) < αρχαία ελληνική κλάδος. Για τις νεώτερες επιστημονικές σημασίες, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική branche

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkla.ðɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλάδος αρσενικό

  1. (βοτανική) κλαδί
    συνώνυμα: κλωνάρι
  2. (καθομιλουμένη) αυτόνομο τμήμα ενός συνόλου
  3. (κοινωνιολογία) σύνολο επαγγελματιών με συναφές αντικείμενο εργασίας
  4. (ανατομία, οστεολογία, νευρολογία) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία