Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διακλάδωση < διακλαδώνω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική branchement)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.ˈkla.ðɔ.si/ και /ðʝa.ˈkla.ðɔ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διακλάδωση θηλυκό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία