Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σιδηρόδρομος οι σιδηρόδρομοι
      γενική του σιδηροδρόμου
σιδηρόδρομου
των σιδηροδρόμων
    αιτιατική τον σιδηρόδρομο τους σιδηροδρόμους
σιδηρόδρομους
     κλητική σιδηρόδρομε σιδηρόδρομοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιδηρόδρομος < σίδηρ(ος) + -ό- + δρόμος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chemin de fer

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ðiˈɾo.ðɾo.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σι‐δη‐ρό‐δρο‐μος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σιδηρόδρομος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία