Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σιδηρόδρομος οι σιδηρόδρομοι
      γενική του σιδηροδρόμου
& σιδηρόδρομου
των σιδηροδρόμων
    αιτιατική τον σιδηρόδρομο τους σιδηροδρόμους
& σιδηρόδρομους
     κλητική σιδηρόδρομε σιδηρόδρομοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιδηρόδρομος < σίδηρ(ος) + -ό- + δρόμος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική chemin de fer

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σιδηρόδρομος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία