Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συρμός οι συρμοί
      γενική του συρμού των συρμών
    αιτιατική τον συρμό τους συρμούς
     κλητική συρμέ συρμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συρμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συρμός < σύρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική train[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siɾˈmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συρ‐μός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συρμός αρσενικό

  1. τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
     συνώνυμα: αμαξοστοιχία
  2. φορτηγό, που είναι οχήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους και κινούνται ως μία μονάδα
     συνώνυμα: ρυμουλκό
    αντίθετο: ημιρυμουλκούμενο (επικαθήμενο)
  3. (παρωχημένο) η μόδα
    ※  Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)
  4. (συχνά με αρνητική απόχρωση)
    μην αφήνεις να σε παρασύρουν οι ιδέες του συρμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία