Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
παλιό βαγόνι αμαξοστοιχίας
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαγόνι τα βαγόνια
      γενική του βαγονιού των βαγονιών
    αιτιατική το βαγόνι τα βαγόνια
     κλητική βαγόνι βαγόνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαγόνι < ιταλική vagone

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαγόνι ουδέτερο

  1. σιδηροδρομικό όχημα χωρίς δική του μηχανή, μέρος ενός συρμού
  2. (συνεκδοχικά) φορτίο που μπορεί να χωρέσει σε ένα σιδηροδρομικό όχημα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία