Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
παλιό βαγόνι αμαξοστοιχίας
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαγόνι βαγόνια
γενική βαγονιού βαγονιών
αιτιατική βαγόνι βαγόνια
κλητική βαγόνι βαγόνια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαγόνι < ιταλική vagone

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαγόνι ουδέτερο

  1. σιδηροδρομικό όχημα χωρίς δική του μηχανή, μέρος ενός συρμού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία