Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνεμος άνεμοι
γενική ανέμου ανέμων
αιτιατική άνεμο ανέμους
κλητική άνεμε άνεμοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άνεμος < αρχαία ελληνική ἄνεμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.nɛ.mɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άνεμος αρσενικό

  1. κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα. Χαρακτηρίζεται από κάποια δύναμη και κάποια κατεύθυνση
    ο απηλιώτης (λεβάντες) είναι ανατολικός άνεμος, ενώ ο ζέφυρος (πουνέντες) δυτικός
  2. (μεταφορικά) μία κίνηση, ένα ρεύμα από κάτι (συνήθως με ανανεωτικό χαρακτήρα)
    πνέει άνεμος αλλαγής στην πολιτική

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες.
  • όπου φυσάει ο άνεμος: όφα, χαρακτηρισμός ατόμου καιροσκόπου, που αλλάζει στάση, απόψεις και θέσεις ανάλογα με τα συμφέροντα ή με την επικρατέστερη άποψη
  • άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει : μη σε ανησυχεί ό,τι δεν μπορεί να σε βλάψει.
  • λόγια του ανέμου, έκαμε τον άνεμο κουβάρι: ασχολία άσκοπη, χωρίς αποτέλεσμα.
  • πάει στον άνεμο και στην κακή του ώρα : ευφημ., αντί της λέξης «διάβολος».

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

ανεμοθυελα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία