Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανεμοκάμηλο τα ανεμοκάμηλα
      γενική του ανεμοκάμηλου των ανεμοκάμηλων
    αιτιατική το ανεμοκάμηλο τα ανεμοκάμηλα
     κλητική ανεμοκάμηλο ανεμοκάμηλα
Η λόγια μετακίνση του τόνου (ανεμοκαμήλου) δεν συνηθίζεται στις λέξεις της δημοτικής.
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Το ανεμοκάμηλο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεμοκάμηλο < ανεμο- + καμήλ(α) (κάμηλ(ος)) + -ο με προσαρμογή σε ουδέτερο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ne.moˈka.mi.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐νε‐μο‐κά‐μη‐λο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανεμοκάμηλο ουδέτερο (δημοτική)[1]

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 
  2. Πέτρος Βλαστός, Συνώνυμα και συγγενικά [Νέα έκδοση συμπληρωμένη από τα κατάλοιπα του συγγραφέα· πρόλογος: Αλκηστις Σουλογιάννη· εισαγωγή: Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου] (Αθήνα: ΕΛΙΑ, 1989, ISBN 960-201-087-8), σ. 82.