Δείτε επίσης: Χαμαιλέων

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμαιλέοντας < αρχαία ελληνική χαμαιλέων < χαμαί (: στο χώμα) + λέων

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xa.meˈle.on.das/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
χαμαιλέοντας πάνω σε κλαδί δέντρου

χαμαιλέοντας αρσενικό

  • (ερπετολογία) μικρή σαύρα που έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να αλλάζει το χρώμα της (συνήθως είναι γκριζοπράσινο) ανάλογα με το περιβάλλον. Διαθέτει λεπτή και μακριά γλώσσα για να πιάνει την τροφή του (έντομα), μακριά και κυλινδρική ουρά που τον βοηθάει στο να αναρριχάται στα δέντρα και εξογκωμένα και κωνικά μάτια που μπορούν να στραφούν προς κάθε κατεύθυνση
  • (μεταφορικά) άνθρωπος άστατος κι ευμετάβλητος, που προσαρμόζει τις πεποιθήσεις, τις ιδέες και τα φρονήματά του ανάλογα με τις περιστάσεις, για να εξυπηρετεί το συμφέρον του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία