Δείτε επίσης: λεβέντες, λεβάντα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λεβάντες οι λεβάντηδες
      γενική του λεβάντε των λεβάντηδων
    αιτιατική τον λεβάντε τους λεβάντηδες
     κλητική λεβάντε λεβάντηδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεβάντες < ιταλική levante < μέσα γαλλικά levant < λατινικά levo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεβάντες αρσενικό

 
Ο Λεβάντες
  1. ο ανατολικός άνεμος
  2. η περιοχή της Ανατολής η οποία εκτείνεται νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Ιράκ και βορείως της Σαουδικής Αραβίας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία