Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζέφυρος < αρχαία ελληνική Ζέφυρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζέφυρος αρσενικό

  1. ο δυτικός άνεμος, ο πουνέντες

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία