Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Eisenbahn die Eisenbahnen
γενική der Eisenbahn der Eisenbahnen
δοτική der Eisenbahn den Eisenbahnen
αιτιατική die Eisenbahn die Eisenbahnen


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Eisenbahn 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Eisenbahn (de) θηλυκό