Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άμαξα οι άμαξες
      γενική της άμαξας
αμάξης
των αμαξών
    αιτιατική την άμαξα τις άμαξες
     κλητική άμαξα άμαξες
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, λόγιος, στην έκφραση εξ αμάξης.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμαξα < αρχαία ελληνική ἅμαξα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ma.ksa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άμαξα θηλυκό

  1. (μέσο μεταφορών) όχημα με τροχούς που έλκεται συνήθως από άλογο
     συνώνυμα: αμάξι, καρότσα
  2. όχημα ως τμήμα μιας αμαξοστοιχίας
     συνώνυμα: βαγόνι
  3. (αστερισμός) η Μεγάλη Άρκτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία