Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σιδερένιος σιδερένια σιδερένιο
γενική σιδερένιου σιδερένιας σιδερένιου
αιτιατική σιδερένιο σιδερένια σιδερένιο
κλητική σιδερένιε σιδερένια σιδερένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σιδερένιοι σιδερένιες σιδερένια
γενική σιδερένιων σιδερένιων σιδερένιων
αιτιατική σιδερένιους σιδερένιες σιδερένια
κλητική σιδερένιοι σιδερένιες σιδερένια

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιδερένιος < από τη λέξη σίδερο (χημικό στοιχείο από τα μέταλλα)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σιδερένιος

  1. που είναι φτιαγμένος από σίδερο
    σιδερένιες καγκελόπορτες
  2. (μεταφορικά) που είναι εξαιρετικά γερός, δυνατός, αλύγιστος, σκληρός, αποφασιστικός, υγιής
    σιδερένιο χέρι με βελούδινο γάντι
    είχε σιδερένια θέληση, γι' αυτό και τελικά πέτυχε το σκοπό του

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σιδερένιος(/νια/νιο): ευχή για καλυτέρευση της υγείας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία