Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Δείτε επίσης : ῥώξ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράγα ράγες
γενική ράγας ραγών
αιτιατική ράγα ράγες
κλητική ράγα ράγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράγα < ιων. ῥάξ <ῥαγός,< ρώγα ή ρόγα, ῥαγίζω, μαζεύω σταφύλια.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράγα θηλυκό

  1. ρώγα σταφυλιού
  2. σιδηροδοκός οδηγός επί του οποίου ή δια του οποίου κινείται κάποιο μέσον
    • ράγες σιδηροδρομικές
    • ράγες ασανσέρ
  3. μεταλλικός οδηγός επί του οποίου στερεώνονται αντικείμενα
  4. είδος δηλητηριώδους αράχνης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία