Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραγίζω < το αρχαία ελληνική ῥαγίζω αφορούσε τη συλλογή σταφυλιών και το νεοελληνικό ραγίζω προέρχεται από το μεσαιωνική ελληνική ραγίζω, που προέκυψε από τον αόριστο ἐρράγησα ή το μέλλοντα ῥαγήσομαι του ῥήγνυμαι (ῥήγνυμι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ραγίζω (μεσοπαθητικό ραγίζω, ενώ από μεσοπαθητικούς τύπους εύχρηστη μόνο η μετοχή ραγισμένος)

  1. προκαλώ σχάση στην επιφάνεια εύθραυστου (ή και μη) αντικειμένου
    Τη βλέπω καλά την πέτρα, και το θαμάζω που δεν είναι ραγισμένη, δεν άλλαξε καθώς άλλαξαν όσοι κάθισαν εκεί απάνω, μήτε σηκώθηκε να φύγη καθώς εκείνοι.
    ραγίζουν και οι πέτρες για τον 8χρονο που πνίγηκε στην Καλογριά
    ράγισε το γυαλί
    Μην κοπανάς, πάνω στο μάρμαρο, θα ραγίσει
  2. (μεταφορικά) προκαλώ πόνο σε άνθρωπο, νιώθω πόνο
    μου ράγισε την καρδιά - ράγισε η καρδιά μου όταν άκουσα...
  3. (μεταφορικά) σπάω, τρέμω, διακόπτομαι (για τη φωνή)
    ράγισε η φωνή του καθώς ξεστομούσε τι είχε συμβεί στο παιδί
  4. (μεταφορικά) προκαλώ ή παθαίνω ράγισμα, μικρή αλλά μοιραία βλάβη η οποία είναι βέβαιο ότι θα καταλήξει σε πλήρη διάλυση, σπάσιμο, ρήξη
    Ο γάμος τους ράγισε από τη μέρα που ...

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • άμα ραγίσει το γυαλί: για κάτι που μοιάζει ασήμαντη ζημία, ενώ είναι μοιραία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία