Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ραγάδα οι ραγάδες
      γενική της ραγάδας των ραγάδων
    αιτιατική τη ραγάδα τις ραγάδες
     κλητική ραγάδα ραγάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραγάδα < αρχαία ελληνική ῥαγάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραγάδα θηλυκό

  1. η σχισμή, το άνοιγμα του δέρματος όταν τεντώνεται πολύ λόγω παχυσαρκίας ή εγκυμοσύνης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία