Δείτε επίσης: ῥαγδαῖος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ραγδαίος η ραγδαία το ραγδαίο
      γενική του ραγδαίου της ραγδαίας του ραγδαίου
    αιτιατική τον ραγδαίο τη ραγδαία το ραγδαίο
     κλητική ραγδαίε ραγδαία ραγδαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ραγδαίοι οι ραγδαίες τα ραγδαία
      γενική των ραγδαίων των ραγδαίων των ραγδαίων
    αιτιατική τους ραγδαίους τις ραγδαίες τα ραγδαία
     κλητική ραγδαίοι ραγδαίες ραγδαίά
όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραγδαίος < αρχαία ελληνική ῥαγδαῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ραγδαίος, -α, -ο

  1. ο απότομος, έντονος και βίαιος (για φυσικά φαινόμενα)
    ραγδαία βροχή
  2. ο ταχύτατα εξελισσόμενος σε αρνητική πορεία, που επιδεινώνεται γρήγορα, για νόσους ή άλλα δυσάρεστα
    ραγδαία επιδείνωση
  3. ο ταχύτατα εξελισσόμενος σε θετική ή αμφισβητούμενη ως προς τη χροιά πορεία, που όμως δεν αποκλείει απολύτως τη δυσάρεστη πτυχή
    ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις
    ραγδαία τουριστική ανάπτυξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία