Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βίαιος βίαιη βίαιο
γενική βίαιου βίαιης βίαιου
αιτιατική βίαιο βίαιη βίαιο
κλητική βίαιε βίαιη βίαιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βίαιοι βίαιες βίαια
γενική βίαιων βίαιων βίαιων
αιτιατική βίαιους βίαιες βίαια
κλητική βίαιοι βίαιες βίαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βίαιος < αρχαία ελληνική βίαιος < βία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvi.ɛ.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βίαιος, -η, -ο

  1. που φέρεται με βία, που μεταχειρίζεται βία
  2. που γίνεται με βία
  3. που εκδηλώνεται με σφοδρότητα και ορμητικότητα
    Έξω ο βίαιος ανατολικός άνεμος είχε κοπάσει και μια ψιλή βροχή, πολύ γνωστή στα ορεινά μέρη, είχε αρχίσει. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  4. που ενεργεί με σκληρότητα και απότομα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία