Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκληρότητα οι σκληρότητες
      γενική της σκληρότητας των σκληροτήτων
    αιτιατική τη σκληρότητα τις σκληρότητες
     κλητική σκληρότητα σκληρότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκληρότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκληρότητα θηλυκό

  1. Είναι μέτρο της αντίστασης που προβάλλει ένα υλικό σε προσπάθεια εκδοράς ή παραμόρφωσης από ξένο σώμα.
  2. Σκληρότητα νερού είναι η περιεκτικότητα αυτού σε άλατα.
  3. Σκληρότητα χαρακτήρα είναι απονιά, αγριότητα, βαναυσότητα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία