Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιαιότητα οι βιαιότητες
      γενική της βιαιότητας των βιαιοτήτων
    αιτιατική τη βιαιότητα τις βιαιότητες
     κλητική βιαιότητα βιαιότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιαιότητα < (καθαρεύουσα) βιαιότης < αρχαία ελληνική βιαιότης < βίαιος < βία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷeih₃w- (ζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.ε.ˈɔ.ti.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιαιότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος βίαιος, η ιδιότητα του βίαιου
  2. ενέργεια ή πράξη που γίνεται με βίαιο τρόπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία