Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιαιοπραγία οι βιαιοπραγίες
      γενική της βιαιοπραγίας των βιαιοπραγιών
    αιτιατική τη βιαιοπραγία τις βιαιοπραγίες
     κλητική βιαιοπραγία βιαιοπραγίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιαιοπραγία < βιαιοπραγ(ώ) + -ία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική acte de violence)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.e.o.pɾaˈʝi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βι‐αι‐ο‐πρα‐γί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιαιοπραγία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία