Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιβάζω < → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΡήμαΕπεξεργασία

βιβάζω

  1. κάνω κάποιον ν’ ανέβει, να καβαλικέψει
  2. σηκώνω, υψώνω
  3. (για ζώα) βατεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Για νεοελληνικά σύνθετα του αρχαίου βιβάζω → δείτε βάζω

  ΠηγέςΕπεξεργασία