Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβαίνω < συν + βαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμβαίνω

  1. στέκομαι με τα πόδια ενωμένα (όπως οι κούροι)
    • ὅταν γάρ τι ἀπὸ τῆς γῆς ἄρασθαι βούλωνται, διαβαίνοντες πάντες μᾶλλον ἢ συμβεβηκότες ἐπιχειροῦσιν αἴρεσθαι. :όπως και οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σηκώσουν κάτι από τη γη, ανοίγουν τη δρασκελιά τους μάλλον παρά προσπαθούν να το σηκώσουν με ενωμένα τα πόδια (Ξενοφών)
  2. προστίθενται, μαζεύονται, συμπίπτουν όλα μαζί, συμπίπτω απλώς, συμφωνώ με κάτι άλλο, ταυτίζομαι
    • συμβαίνει κακοῖς : συνέπεσαν κι άλλα κακά
    • ὅ τε χρόνος τῆς ἐκθέσιος τῇ ἡλικίῃ τοῦ παιδὸς συμβαίνειν : ο χρόνος της έκθεσης <η εποχή που είχαν αφήσει έκθετο το νεογέννητο βασιλόπουλο> συνέπιπτε με την ηλικία του αγοριού αυτού
    εἰς ταὐτὸ συμβαίνουσι τοῖς ἐμοῖς στίβοις : τα χνάρια είναι ίδια με τις δικές μου πατημασιές
  3. συναντώ,
    • σὺν δ᾽ ἔβη ἐν Φιλότητι
    • ξυμβέβηκε δ᾽ οὐδαμοῦ: δεν έχω απαντήσει ποτέ κάτι τέτοιο, δεν έχω καμία σχέση με αυτό, δεν βρέθηκε στο δρόμο μου
  4. (μεταφορικά) συμβαδίζω, συμβιβάζομαι, συμφωνώ, υποχωρώ, συνήθως την ίδια εποχή με κάποιον άλλο
    • ὑπὸ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους τοῦ θέρους τούτου καὶ οἱ Πλαταιῆς οὐκέτι ἔχοντες σῖτον οὐδὲ δυνάμενοι πολιορκεῖσθαι ξυνέβησαν τοῖς Πελοποννησίοις τοιῷδε τρόπῳ : την ίδια εποχή του καλοκαιριού εκεινου και οι Πλαταιείς ήρθαν σε συμφωνία με τους Πελοποννήσιους γιατί δεν είχαν σιτάρι ούτε δυνάμεις να αντέξουν πλιορκία
    • ξυνέβησαν δὲ καὶ Βυζάντιοι ὥσπερ καὶ πρότερον ὑπήκοοι εἶναι. : συμφώνησαν τότε και οι κάτοικοι του Βυζαντίου να ξαναγίνουν υπήκοοι με το καθεστώς που είχαν πριν
    • οὐ γὰρ ἂν ξυμβαῖμεν ἄλλως ἢ 'πὶ τοῖς εἰρημένοις ὥστ᾽ ἐμὲ σκήπτρων κρατοῦντα : δεν θα τα βρούμε αλλιώς παρά αν γίνουν όσα είπα, να κρατήσω το σκήπτρο...

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τοῦ συμβαίνοντός ἐστι : αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, αυτό μπορεί εύκολα να γίνει, συμβαίνει συχνά, τυχαία
  • κατά συμβεβηκός : από ατύχημα, κατά κακή-καλή συγκυρία, κατά σύμπτωση, τυχαία


  Δείτε το λήμμα: συμβαίνει