Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συμβεβηκός τα συμβεβηκότα
      γενική του συμβεβηκότος των συμβεβηκότων
    αιτιατική το συμβεβηκός τα συμβεβηκότα
     κλητική συμβεβηκός συμβεβηκότα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβεβηκός < αρχαία ελληνική συμβεβηκός < συμβαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβεβηκός ουδέτερο

  • τυχαίο, απρόβλεπτο γεγονός
    ※  Από γαλλική σκοπιά είμαι άνθρωπος από τη φύση μου και Γάλλος κατά ιστορικό συμβεβηκός. Από γερμανική σκοπιά είμαι Γερμανός και άνθρωπος χάρη και μέσα από την γερμανικότητά μου. (Α. Ελεφάντης, Το έθνος του Διαφωτισμού)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία