Δείτε επίσης: βάτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βατός η βατή το βατό
      γενική του βατού της βατής του βατού
    αιτιατική τον βατό τη βατή το βατό
     κλητική βατέ βατή βατό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βατοί οι βατές τα βατά
      γενική των βατών των βατών των βατών
    αιτιατική τους βατούς τις βατές τα βατά
     κλητική βατοί βατές βατά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βατός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βατός < βαίνω + -τός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vaˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βα‐τός
τονικό παρώνυμο: βάτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βατός, -ή, -ό

  1. (για τόπο) που μπορεί κανείς να τον διαβεί
  2. (μεταφορικά) που μπορεί κανείς να τον αντιμετωπίσει, να τον καταλάβει, σχετικά εύκολος
    τα θέματα των εξετάσεων ήταν βατά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική βατός βατή τὸ βατόν
      γενική τοῦ βατοῦ τῆς βατῆς τοῦ βατοῦ
      δοτική τῷ βατ τῇ βατ τῷ βατ
    αιτιατική τὸν βατόν τὴν βατήν τὸ βατόν
     κλητική ! βατέ βατή βατόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ βατοί αἱ βαταί τὰ βατᾰ́
      γενική τῶν βατῶν τῶν βατῶν τῶν βατῶν
      δοτική τοῖς βατοῖς ταῖς βαταῖς τοῖς βατοῖς
    αιτιατική τοὺς βατούς τὰς βατᾱ́ς τὰ βατᾰ́
     κλητική ! βατοί βαταί βατᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βατώ τὼ βατᾱ́ τὼ βατώ
      γεν-δοτ τοῖν βατοῖν τοῖν βαταῖν τοῖν βατοῖν
2η κλίση Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βατός < βαίνω βα- + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βᾰτός, -ή, -όν

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία