Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άβατος άβατη άβατο
γενική άβατου άβατης άβατου
αιτιατική άβατο άβατη άβατο
κλητική άβατε άβατη άβατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβατοι άβατες άβατα
γενική άβατων άβατων άβατων
αιτιατική άβατους άβατες άβατα
κλητική άβατοι άβατες άβατα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβατος < αρχαία ελληνική ἄβατος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβατος

  1. που δεν είναι προσβάσιμος από όλους, απρόσιτος, απάτητος
  2. που δεν πρέπει να βεβηλωθεί,ο ιερός

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

«άβατος, δύσβατος, διαβατέος εστί ο ποταμός»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία