Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάθρο τα βάθρα
      γενική του βάθρου των βάθρων
    αιτιατική το βάθρο τα βάθρα
     κλητική βάθρο βάθρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
το βάθρο των νικητών στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Καλλιτεχνικού Πατινάζ 2010 στο Παρίσι
 
βάθρο προτομής

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάθρο < αρχαία ελληνική βάθρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάθρο ουδέτερο

  1. βάση στην οποία στηρίζεται κάποιο αντικείμενο για επίδειξη
  2. υπερυψωμένο σημείο σε εξέδρα ή στο δάπεδο στο οποίο ανεβαίνει κάποιος ομιλητής για να μιλήσει στο κοινό
     συνώνυμα: βήμα
  3. (αθλητισμός) βάση με διαφορετικά επίπεδα στα οποία στέκονται οι αθλητές που κέρδισαν μετάλλια για να τους απονεμηθούν.
     συνώνυμα: πόντιουμ
  4. (μεταφορικά) η βάση, το θεμέλιο, το στήριγμα
    για τη Βρετανία, οι ΗΠΑ λειτουργούσαν πάντοτε σαν ένα ευρωατλαντικό βάθρο ισχύος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ανεβαίνω / στέκομαι στο βάθρο: παίρνω μετάλλιο σε αγώνες
    για να δούμε, θα τα καταφέρει αυτή τη φορά να ανέβει στο βάθρο;
  • εκ βάθρων:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία