Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάθρο τα βάθρα
      γενική του βάθρου των βάθρων
    αιτιατική το βάθρο τα βάθρα
     κλητική βάθρο βάθρα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάθρο < αρχαία ελληνική βάθρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάθρο ουδέτερο

  1. βάση στην οποία στηρίζεται κάποιο αντικείμενο για επίδειξη
  2. υπερυψωμένο σημείο σε εξέδρα ή στο δάπεδο στο οποίο ανεβαίνει κάποιος ομιλητής για να μιλήσει στο κοινό
    Συνώνυμα βήμα
  3. (αθλητισμός) βάση με διαφορετικά επίπεδα στα οποία στέκονται οι αθλητές που κέρδισαν μετάλλια για να τους απονεμηθούν.
    Συνώνυμα πόντιουμ
  4. (μεταφορικά) η βάση, το θεμέλιο, το στήριγμα
    για τη Βρετανία, οι ΗΠΑ λειτουργούσαν πάντοτε σαν ένα ευρωατλαντικό βάθρο ισχύος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ανεβαίνω / στέκομαι στο βάθρο: παίρνω μετάλλιο σε αγώνες
    για να δούμε, θα τα καταφέρει αυτή τη φορά να ανέβει στο βάθρο;
  • εκ βάθρων:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία