Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

scrape (en)

  1. σέρνω ένα αιχμηρό εργαλείο πάνω σε κάτι ασκώντας πίεση, ξύνω
  2. γδέρνω (τραυματίζω ξύνοντας)
    I scraped my hand - έγδαρα το χέρι μου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία