Δείτε επίσης: scrap

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skɹeɪp/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΡήμαΕπεξεργασία

scrape (en)

  1. σέρνω ένα αιχμηρό εργαλείο πάνω σε κάτι ασκώντας πίεση, ξύνω
  2. γδέρνω (τραυματίζω ξύνοντας)
    I scraped my hand - έγδαρα το χέρι μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία