Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγούρα φαγούρες
γενική φαγούρας
αιτιατική φαγούρα φαγούρες
κλητική φαγούρα φαγούρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαγούρα < από το φαγ- (από τον αόριστο του τρώγω) και το επίθημα -ούρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαγούρα θηλυκό

  1. ο κνησμός, όταν μας "τρώει" το δέρμα μας, ο ερεθισμός του δέρματος που δημιουργεί την ανάγκη σε κάποιον να ξυθεί
    νιώθω φαγούρα στην πλάτη
  2. μεταφορικά, η ανυπομονησία, αδημονία για κάτι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία