Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -ούρα οι -ούρες
      γενική της -ούρας
    αιτιατική τη(ν) -ούρα τις -ούρες
     κλητική -ούρα -ούρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ούρα < μεσαιωνική ελληνική -ούρα[1] κατ' αναλογία προς λατινικές ή ιταλικές λέξεις που έληγαν σε -ura

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ούρα

  1. επίθημα σε επίθετα ή ρήματα για την παραγωγή κυρίως αφηρημένων λαϊκότροπων ουσιαστικών που δεν υπήρχαν αντίστοιχά τους ή για να αντικατασταθούν τα υπάρχοντα
    θολός > θολούρα, καυτός > καούρα, κάψα > καψούρα
    κάζο > καζούρα, λιγώνω > λιγούρα
    χάνω (από τον αόριστο έχασα) > χασούρα
    αγιασμός > αγιαστούρα
    σημάδι > σημαδούρα
    μεσαιωνική ανεμοδούριν > ανεμοδούρα (ίσως κατ' αναλογία προς το σημαδούρα)
    τρώω, αόρ. έφαγα > φαγούρα
  2. (μεγεθυντικό) επίθημα για την παραγωγή σχετικά κακόσημων ουσιαστικών με την έννοια της υπερβολής
    ελληνικά > ελληνικούρα, λαϊκό > λαϊκούρα, μαλλί > μαλλούρα
    παλιατζής > παλιατζούραχαρτί > χαρτούρα
    χαιρετώ > χαιρετούρα,
    ανακάτεμα ή ανακάτωσα (αόριστος του ανακατώνω) > ανακατωσούρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ούρα < κατ' αναλογία προς τη λατινική -ura ή την ιταλική -ura[1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ούρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία