Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καυτός η καυτή το καυτό
      γενική του καυτού της καυτής του καυτού
    αιτιατική τον καυτό την καυτή το καυτό
     κλητική καυτέ καυτή καυτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καυτοί οι καυτές τα καυτά
      γενική των καυτών των καυτών των καυτών
    αιτιατική τους καυτούς τις καυτές τα καυτά
     κλητική καυτοί καυτές καυτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καυτός < αρχαία ελληνική καυστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καυτός, -ή, -ό

  1. πάρα πολύ ζεστός
    καυτό νερό, καυτή σούπα
     συνώνυμα: ζεματιστός
  2. που έχει καυτερή γεύση
    καυτή πιπεριά
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο ο οποίος είναι σεξουαλικά ελκυστικός
    καυτή γυναίκα, καυτός άντρας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία