Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καυτερός η καυτερή το καυτερό
      γενική του καυτερού της καυτερής του καυτερού
    αιτιατική τον καυτερό την καυτερή το καυτερό
     κλητική καυτερέ καυτερή καυτερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καυτεροί οι καυτερές τα καυτερά
      γενική των καυτερών των καυτερών των καυτερών
    αιτιατική τους καυτερούς τις καυτερές τα καυτερά
     κλητική καυτεροί καυτερές καυτερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καυτερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καυτερός < καυτός + -ερός < αρχαία ελληνική καυστός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.fteˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καυ‐τε‐ρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καυτερός, -ή, -ό

  1. άλλη μορφή του καυτός, ο πολύ ζεστός
  2. που προκαλεί έντονη γεύση, σαν να μας καίει το στόμα
     συνώνυμα: πικάντικος
  3. (μεταφορικά) δηκτικός
  4. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε τη λέξη καυτερή: (γαστρονομία) είδος πικάντικης τυροσαλάτας
    άλλες μορφές: τυροκαυτερή
  5. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε τη λέξη καυτερά: (γαστρονομία) φαγητά ή τροφές με καθτερή, έντονη ή πικάντικη γεύση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία