Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φιγούρα οι φιγούρες
      γενική της φιγούρας των (φιγουρών)
    αιτιατική τη φιγούρα τις φιγούρες
     κλητική φιγούρα φιγούρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιγούρα < ιταλική figura < λατινική figura < fingo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeyǵʰ- (κατασκευάζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fiˈɣu.ɾa/
συλλαβισμός: φι‐γού‐ρα
παρώνυμο: φαγούρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φιγούρα θηλυκό

  1. σχεδίασμα ανθρώπινης μορφής , συχνά νοούμενης ολόσωμης και όχι το πορτραίτο
  2. ανθρώπινη μορφή που δεν είναι σαφής, γενικό περίγραμμα, σιλουέτα
    είδα στο σοκάκι μια ανδρική φιγούρα
  3. χαρτί της τράπουλας με απεικόνιση
    η φιγούρα της ντάμας, του βαλέ, παπά
  4. συγκεκριμένες κινήσεις σε χορούς
    δεν ξέρω τις καινούργιες φιγούρες
  5. εντυπωσιασμός
    κάνω φιγούρα
    κολιέ με κεντρική φιγουρα ένα μαύρο πετράδι
  6. τα πρόσωπα, οι ήρωες στον Καραγκιόζη
    η φιγούρα του Χατζηαβάτη
  7. σημαντικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά ασάφειας, σε μια πλοκή ή πραγματική υπόθεση
    στο σκάνδαλο κεντρική φιγούρα ήταν τελικά ο υπεράνω υποψίας υποδιευθυντής
    στην ψυχανάλυση η μητέρα θεωρείται κεντρική φιγούρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία