Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σιλουέτα οι σιλουέτες
      γενική της σιλουέτας
    αιτιατική τη σιλουέτα τις σιλουέτες
     κλητική σιλουέτα σιλουέτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιλουέτα < γαλλική silhouette

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σιλουέτα θηλυκό

  1. μορφή, άνθρωπος (ή σπανιότερα κάτι άλλο) του οποίου διακρίνεται μόνο το γενικό σχήμα
  2. η μορφή ενός λεπτού και κομψού ανθρώπινου σώματος
    Πώς τα καταφέρνεις και διατηρείς τη σιλουέτα σου;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία