Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάραμα τα χαράματα
      γενική του χαράματος των χαραμάτων
    αιτιατική το χάραμα τα χαράματα
     κλητική χάραμα χαράματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάραμα < αρχαία ελληνική χάραγμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάραμα ουδέτερο (και χάραγμα)

  • το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία