Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τονίζω < ελληνιστική κοινή τονίζω < αρχαία ελληνική τόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /toˈni.zo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

τονίζω

  1. (γλωσσολογία) βάζω τον τόνο σε μια λέξη
  2. προφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση
  3. λέω κάτι με έμφαση, υπογραμμίζω
    ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα
    σας τονίζω ότι η συμπεριφορά σας δεν είναι πρέπουσα
  4. κάνω κάτι να φαίνεται ή να ξεχωρίζει καλύτερα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία