Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

emphasize (en)

  1. δίνω έμφαση, τονίζω, υπογραμμίζω
    reformers emphasized changes in the curriculum
    οι μεταρρυθμιστές τόνισαν τις (αναγκαίες) αλλαγές στα προγράμματα των σχολείων