Αγγλικά (en) Επεξεργασία

 
επιλογή κειμένου

  Ετυμολογία Επεξεργασία

highlight < high + light

  ΡήμαΕπεξεργασία

highlight (en)

  1. προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό
  2. κάνω κάτι να φαίνεται ή να ξεχωρίζει καλύτερα
  3. (πληροφορική) επιλέγω ένα ή περισσότερα αντικείμενα (π.χ. εικονίδια) ή μέρος κειμένου σε επεξεργαστή κειμένου (π.χ. με την χρήση του ποντικιού ή και πληκτρολογίου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • highlight στην αγγλική Βικιπαίδεια