Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χροιά οι χροιές
      γενική της χροιάς των χροιών
    αιτιατική τη χροιά τις χροιές
     κλητική χροιά χροιές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χροιά < αρχαία ελληνική χροιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χροιά θηλυκό

  1. η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
  2. το ηχόχρωμα, το χαρακτηριστικό ενός ήχου
  3. (μεταφορικά) η νοηματική ή συναισθηματική ή άλλη απόχρωση, τόνος
    το νέο μυθιστόρημά του έχει και μια πολιτική χροιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χροιᾱ́ αἱ χροιαί
      γενική τῆς χροιᾶς τῶν χροιῶν
      δοτική τῇ χροι ταῖς χροιαῖς
    αιτιατική τὴν χροιᾱ́ν τὰς χροιᾱ́ς
     κλητική ! χροιᾱ́ χροιαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χροιᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  χροιαῖν
1η κλίση, Κατηγορία όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χροιά < χρώς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χροιά θηλυκό

  1. η επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, το δέρμα
  2. το χρώμα του δέρματος
  3. (μεταφορικά) η επιφανειακή, επιδερμική άποψη των πραγμάτων
  4. το χρώμα γενικά
  5. (μουσική) …

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία