Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χρώς χρῶτε χρῶτες
Γενική χρωτός χρωτοῖν χρωτῶν
Δοτική χρωτί χρωτοῖν χρωσί(ν)
Αιτιατική χρῶτ χρῶτε χρῶτᾰς
Κλητική χρώς χρῶτε χρῶτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρώς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʰrēw- ‎(αλέθω, τρίβω) *gʰer- (τρίβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρώς αρσενικό

  1. επιφάνεια του σώματος, επιδερμίδα, δέρμα
  2. (συνεκδοχικά) σάρκα
  3. (συνεκδοχικά) σώμα
  4. χροιά
  5. το χρώμα της επιδερμίδας
  6. (συνεκδοχικά) χρώμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία