Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολεμώ < αρχαία ελληνική πολεμέω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

μάχομαι


  ΡήμαΕπεξεργασία

πολεμώ

  1. κάνω πόλεμο εναντίον κάποιου, αντιπαρατίθεμαι με τα όπλα
  2. (μεταφορικά) αντιπαρατίθεμαι με μια αντίθετη άποψη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία