Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρκα σάρκες
γενική σάρκας σαρκών
αιτιατική σάρκα σάρκες
κλητική σάρκα σάρκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρκα < αρχαία ελληνική σάρξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρκα θηλυκό

  1. το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά
  2. η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα
    • (ειδικότερα) το γενετήσιο ένστικτο
  3. το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάρκα θηλυκό