Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρκωμα σαρκώματα
γενική σαρκώματος σαρκωμάτων
αιτιατική σάρκωμα σαρκώματα
κλητική σάρκωμα σαρκώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρκωμα < σάρξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρκωμα ουδέτερο

  1. (ιατρική) είδος κακοήθους όγκου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία