Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τοιχογραφία οι τοιχογραφίες
      γενική της τοιχογραφίας των τοιχογραφιών
    αιτιατική την τοιχογραφία τις τοιχογραφίες
     κλητική τοιχογραφία τοιχογραφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοιχογραφία < τοίχος + -γραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοιχογραφία θηλυκό

  1. ζωγραφική που γίνεται πάνω σε τοίχο ή οροφή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία