Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική σάρξ σάρκε σάρκες
Γενική σαρκός σαρκοῖν σαρκῶν
Δοτική σαρκί σαρκοῖν σαρξί(ν)
Αιτιατική σάρκα σάρκε σάρκας
Κλητική σάρξ σάρκε σάρκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tu̯erk̂
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: σάρκα νέα ελληνικά: σάρκα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρξ θηλυκό

  1. η σάρκα
  2. το σύνολο των μυώνων του σώματος
  3. το εσωτερικό μαλακό μέρος των καρπών

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία