Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική σάρξ σάρκε σάρκες
Γενική σαρκός σαρκοῖν σαρκῶν
Δοτική σαρκί σαρκοῖν σαρξί(ν)
Αιτιατική σάρκα σάρκε σάρκας
Κλητική σάρξ σάρκε σάρκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρξ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tu̯erk̂

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρξ θηλυκό

  1. η σάρκα
  2. το σύνολο των μυώνων του σώματος
  3. το εσωτερικό μαλακό μέρος των καρπών

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σάρκα καί ὀστᾶ: που λέγεται σε υλοποιήσεις σχεδίων, έργων κλπ.
  • σαρξ εκ της σαρκός μου: που λέγεται για τα φυσικά ή πνευματικά τέκνα
  • το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής: που λέγεται σε φυσική αδυναμία εκτέλεσης
  • καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν (Προς Εφεσίους επιστολή 5:31) που λέγεται στο θρησκευτικό μυστήριο του γάμου, ή σε τέλεση γάμου και μεταφορικά, με σκωπτικό χαρακτήρα, σε περίεργες συνενώσεις, ή συνεργασίες φορέων, οργανώσεων κ.λπ.

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία