Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάρκας

  1. σάρκα, στη γενική του ενικού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάρκας θηλυκό

  1. σάρξ, στην αιτιατική του πληθυντικού